βουκέφαλα

βουκέφαλος
bull-headed
neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Βουκεφάλα — Βουκεφάλᾱ , Βουκέφαλα fem nom/voc/acc dual Βουκεφάλᾱ , Βουκεφάλας gen sg (doric aeolic) Βουκεφάλᾱ , Βουκεφάλας masc nom/voc/acc dual (doric) Βουκεφάλας masc voc sg (doric) Βουκεφάλᾱ , Βουκεφάλας masc gen sg (doric aeolic) Βουκεφάλας masc nom… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουκέφαλα — fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουκέφαλα — Αρχαία πόλη της Ινδικής χερσονήσου την οποία ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος, στις όχθες του ποταμού Υδάσπη. Την ονόμασε Β. σε ανάμνηση του αγαπημένου του αλόγου. Η πόλη ιδρύθηκε ακριβώς μετά τη νίκη του σε μάχη με τον βασιλιά Πώρο (326 π.Χ.) στον τόπο …   Dictionary of Greek

  • Βουκεφάλας — Βουκεφάλᾱς , Βουκέφαλα fem acc pl Βουκεφάλᾱς , Βουκέφαλα fem gen sg (doric aeolic) Βουκεφάλᾱς , Βουκεφάλας masc acc pl (doric) Βουκεφάλᾱς , Βουκεφάλας masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουκεφάλαν — Βουκεφάλᾱν , Βουκεφάλας masc acc sg (epic doric aeolic) Βουκεφάλας masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουκεφάλῃ — Βουκέφαλα fem dat sg (attic epic ionic) Βουκεφάλας masc dat sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αλέξανδρος ο Μέγας — (Πέλλα 356 – Βαβυλώνα 323 π.Χ.). Βασιλιάς της Μακεδονίας (336–323), γιος του Φιλίππου B’ και της Ολυμπιάδας, κόρης του βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου Νεοπτολέμου. Προικισμένος με σπάνια σωματική αντοχή και δύναμη (που του επέτρεψε να γυμνάσει… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Αρχαιότητα) — ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ (600000 1100 π.Χ.) Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, θεωρείται ότι η ζωή ξεκίνησε στον ελλαδικό χώρο από το 100 000 π.Χ. (Παλαιολιθική εποχή). Όμως, η χρονική περίοδος που ιστορικά παρουσιάζει εξαιρετικό… …   Dictionary of Greek

  • БУКЕФАЛА —    • Bucephăla,          Βουκέφαλα,        1. город на западном берегу Гидаспа, основанный Александром Великим после победы над Пором и названный по имени убитого в сражении боевого коня. Arr. 5, 19, 4. 29, 5;        2. мыс на юго восточном… …   Реальный словарь классических древностей

  • βουκεφάλας — Το περίφημο άλογο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που το δάμασε σε ηλικία 15 ετών. Κανείς από τους έμπειρους ιπποδαμαστές δεν είχε καταφέρει να ιππεύσει το ατίθασο αυτό άλογο και ο Αλέξανδρος ζήτησε να δοκιμάσει. Έστρεψε τότε το πρόσωπο του αλόγου έτσι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.